Μουσείο, Εθνικό Αρχαιολογικό (Αθηνών)

Το κτίριο της οδού Πατησίων 44 που στεγάζει το μεγαλύτερο μουσείο της χώρας άρχισε να χτίζεται το 1866, υπό την επίβλεψη του αρχιτέκτονα Παναγή Κάλκου, σε σχέδια του Ludwig Lange. Η αποπεράτωση της πρώτης οικοδομικής φάσης, με ορισμένες τροποποιήσεις των αρχικών σχεδίων, ανατέθηκε το 1888 στον Eρνέστο Tσίλερ. Το κτίριο απέκτησε την τελική του μορφή με την οικοδόμηση της ανατολικής διώροφης πτέρυγας, από το 1931 έως το 1939, σε σχέδια του Γ. Νομικού. Η επανέκθεση των ευρημάτων υπό την καθοδήγηση του τότε διευθυντή του μουσείου Χρήστου Καρούζου και της συζύγου του Σέμνης άρχισε μετά το B’ Παγκόσμιο πόλεμο, στη διάρκεια του οποίου τα εκθέματα ήταν κρυμμένα, και ολοκληρώθηκε το 1964. Αυτή η επανέκθεση θεωρείται υποδειγματική σε διεθνές επίπεδο και διατηρείται μέχρι τις μέρες μας, με ορισμένες μικρές αλλαγές μόνο που οφείλονται στην έλλειψη χώρου. Αν έχετε μόνο δύο με τρεις ώρες στη διάθεσή σας –που είναι το μικρότερο απαιτούμενο χρονικό διάστημα για ένα τέτοιο μουσείο– επισκεφθείτε πρώτα τις τέσσερις αίθουσες της προϊστορικής συλλογής, με τη σειρά που περιγράφονται εδώ (5, 6, 4, 3), εντοπίζοντας τα εκθέματα που επισημαίνονται. Μετά βγείτε στον προθάλαμο του μουσείου, για να δείτε από την αρχή τη μεγάλη συλλογή των γλυπτών (αίθ. 7-33). Αφού ξεκουραστείτε λίγο στο καφέ ή στο εσωτερικό αίθριο του μουσείου, συνεχίστε με τη συλλογή των μικρών χάλκινων έργων (αίθ. 36, 37), τη συλλογή Σταθάτου (αίθ. 42) και την αιγυπτιακή συλλογή (αίθ. 40, 41), πριν ανεβείτε στον πρώτο όροφο για τη συλλογή αγγείων και μικροτεχνίας (αίθ. 49-56), αφού ελέγξετε πρώτα αν λειτουργεί ξανά μετά την αποκατάσταση των ζημιών που προκάλεσε στο κτίριο και τα εκθέματα ο σεισμός του 1999. Αν έχετε περισσότερο χρόνο στη διάθεσή σας την ίδια μέρα ή προγραμματίσετε την επίσκεψή σας σε δύο μέρες (την πρώτη για την προϊστορική συλλογή και τα γλυπτά και τη δεύτερη για τα υπόλοιπα), διαβάστε προσεκτικά τα κατατοπιστικά κείμενα –όπου αυτά υπάρχουν– πριν δείτε τα εκθέματα της κάθε ενότητας. Στα δύο πωλητήρια του μουσείου που λειτουργούν στον προθάλαμο και στο υπόγειο, μπορείτε να βρείτε βιβλία για το μουσείο, το πιο πρόσφατο από τα οποία (1999) είναι μια καλή έκδοση του Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων. Νεολιθική συλλογή. Αν θέλετε να πάρετε τα πράγματα από την αρχή, πρέπει να ξεκινήσετε από την προϊστορική συλλογή του μουσείου και την αίθουσα 5, η οποία βρίσκεται στα αριστερά της πρώτης αίθουσας (4), που είναι αφιερωμένη στο Mυκηναϊκό πολιτισμό. Εδώ εκτίθενται τα παλαιότερα δείγματα ανθρώπινης παρουσίας στον ελλαδικό χώρο που διαθέτει το μουσείο, τα οποία χρονολογούνται από τη Nεολιθική εποχή (6800-3200 π.Χ.) μέχρι τη Mέση εποχή του Χαλκού (2000-1600 π.Χ.) και προέρχονται από το Σέσκλο και το Διμήνι Μαγνησίας, από την Πολιόχνη Λήμνου, την Τροία, το Λιανοκλάδι Φθιώτιδας και τις Αλές Λοκρίδας, καθώς και από τον Oρχομενό Βοιωτίας, τη Ραφήνα, το Ασκηταριό και τον Άγιο Κοσμά Αττικής. Πολλά και σημαντικά είναι τα ευρήματα αυτής της μικρής στενόμακρης αίθουσας, στην οποία έχουν τοποθετηθεί και προθήκες χωρίς αρίθμηση, γεγονός που δυσχεραίνει τους επισκέπτες. Παρ’ όλα αυτά επ’ ουδενί λόγω μην παραλείψετε να δείτε αυτούς τους προϊστορικούς θησαυρούς. Ξεκινήστε από την προθήκη 51 στα αριστερά της πρώτης εισόδου, στην αίθουσα με τα εργαλεία και τα όπλα από το Σέσκλο, και στη συνέχεια, απέναντί σας ακριβώς, με τον πήλινο πολύχρωμο αμφορέα με την ερυθρόμαυρη διακόσμηση (αρ. 5922) από το Διμήνι. Aκριβώς δίπλα βρίσκεται το πήλινο αγαλμάτιο αντρός, ύψους 50 εκ., με το ένα χέρι στο κεφάλι, μία κίνηση για την οποία πολλοί μελετητές υποστηρίζουν ότι υποδηλώνει τη σκέψη (αρ. 5894). Δείτε επίσης την καθιστή κουροτρόφο (αρ. 5937, προθ. 48), που χρονολογείται από το 4500 π.Χ. περίπου, καθώς και τα μαρμάρινα γυναικεία ειδώλια, τα οποία είναι σημαντικά έργα μικροπλαστικής με έντονα τα χαρακτηριστικά της γονιμότητας, που κυριαρχούσαν στην τέχνη της Nεολιθικής εποχής (προθ. 44). Δείτε, τέλος, τα τρία μεγάλα πιθάρια από τον Oρχομενό, της 2ης χιλιετίας π.Χ., στο βάθος της αίθουσας, και κοντά σε αυτά τα αντικείμενα και τα κοσμήματα από την Τροία στην προθήκη 16, τα κοσμήματα από τη Λευκάδα στην επιτοίχια προθήκη 41, πριν την έξοδο που οδηγεί στην αίθουσα 4, καθώς και τα κοσμήματα, τα αγγεία και τα εργαλεία καλλωπισμού από την Πολιόχνη της Λήμνου, τον αρχαιότερο οικισμό του Αιγαίου. Κυκλαδική συλλογή. Το ταξίδι στο παρελθόν συνεχίζεται στην αίθουσα 6, όπου εκτίθενται δείγματα του αιγαιοπελαγίτικου πολιτισμού που αναπτύχθηκε στις Κυκλάδες γύρω στα τέλη της 3ης χιλιετίας π.Χ. Εκτός από τα γνωστά στους περισσότερους κυκλαδικά ειδώλια, στην ίδια αίθουσα θα δείτε δείγματα αγγειοπλαστικής, χάλκινα εργαλεία και όπλα, καθώς και μερικά τμήματα τοιχογραφιών. Χαρακτηριστικό υλικό εδώ είναι το λευκό, εξαιρετικής ποιότητας, μάρμαρο των Κυκλάδων. Δεξιά, καθώς μπαίνετε στην αίθουσα, υπάρχει μία προθήκη με κείμενα και δείγματα της εξέλιξης των τύπων των πρωτοκυκλαδικών μαρμάρινων ειδωλίων, που θα σας βοηθήσει πολύ να σχηματίσετε μια πιο ολοκληρωμένη ιδέα για την ιδιόμορφη ξεχωριστή κυκλαδική τέχνη. Aριστερά της προθήκης βρίσκεται το μεγαλύτερο σωζόμενο δείγμα αυτής της τέχνης, ένα γυναικείο άγαλμα, το οποίο βρέθηκε στην Αμοργό και κατατάσσεται στην πρωτοπορία της παγκόσμιας γλυπτικής (αρ. 3978). Ακριβώς δίπλα, ένα εξίσου σημαντικό κεφάλι με πλαστική απόδοση των αυτιών και του στόματος, καθώς και ίχνη χρώματος, που υποδηλώνουν ότι τα μαλλιά και τα μάτια ήταν ζωγραφισμένα (αρ. 3909). Αριστερά του πρώτου μεγάλου αγάλματος, σε μια ξεχωριστή προθήκη φιλοξενούνται τα δύο γνωστότερα ειδώλια της κυκλαδικής συλλογής, ο Αυλητής (αρ. 3910) και ο καθισμένος Αρπιστής (αρ. 3908), από παριανό μάρμαρο, που βρέθηκαν στον ίδιο τάφο στο νησάκι Κέρος δίπλα στην Αμοργό. Στις υπόλοιπες προθήκες θα δείτε διάφορα κυκλαδικά ειδώλια διαφορετικών τύπων και χρονικών στιγμών της κυκλαδικής τέχνης που ενέπνευσαν πολλούς σύγχρονους καλλιτέχνες. Ένα άλλο προϊόν της κυκλαδικής τέχνης η χρήση του οποίου, καλύπτεται από μυστήριο, είναι τα πήλινα τηγανόσχημα σκεύη, λαμπρά δείγματα των οποίων μπορείτε να δείτε στην επιτοίχια προθήκη 56 και στη διπλανή από αυτή προθήκη 58, μαζί με άλλα αγγεία. Aνάμεσα σε αυτά τα παράξενα σκεύη, για τη χρήση των οποίων έχουν κατά καιρούς προταθεί αρκετές ερμηνείες (κάτοπτρα, τύμπανα, αστρολάβοι, σκεύη θρησκευτικών ή νεκρικών τελετών ή απλά χρηστικά δοχεία), ξεχωρίζει ένα με εγχάρακτη παράσταση πλοίου και σπείρες, που πιθανώς υποδηλώνουν τα κύματα της θάλασσας (αρ. 6184), και ένα άλλο με κυκλικό σχήμα και ακτίνες στο κέντρο, που μάλλον συμβολίζουν τον ήλιο, και ατέρμονες σπείρες και ψάρια να το πλαισιώνουν (αρ. 6140Α). Προχωρώντας προς το βάθος της αίθουσας, όπου έχουν αναρτηθεί τμήματα τοιχογραφιών από σπίτια που βρέθηκαν σε έναν από τους μεγαλύτερους κυκλαδικούς οικισμούς, τη Φυλακωπή της Μήλου, θα δείτε σε ξεχωριστές προθήκες πολλά άλλα ευρήματα από τον ίδιο οικισμό και από τον άλλο, επίσης σημαντικό, οικισμό της 3ης χιλιετίας π.Χ. στο Καστρί της Σύρου. Μην εγκαταλείψετε αυτή τη γεμάτη φως συνήθως αίθουσα του μουσείου χωρίς να δείτε την πρόχου με τα ζωγραφιστά μάτια στο στόμιό της (οφθαλμοπρόχους) και τα περίτεχνα δοσμένα μόνο με τέσσερις πινελιές πτηνά την ώρα που αγγίζουν το έδαφος, του 1600 π.Χ. περίπου (αρ. 1838, προθ. 66), καθώς και το κυλινδρικό αγγείο με τους τέσσερις ψαράδες που κρατούν ψάρια (αρ. 5782), το οποίο εκτίθεται σε ξεχωριστή προθήκη, του 1700 π.Χ. περίπου. Η παράσταση που φέρει θεωρείται η αρχαιότερη σκηνή καθημερινής ασχολίας στην αγγειογραφία των νησιών του Αιγαίου. Μυκηναϊκή συλλογή. Η συλλογή ευρημάτων των πολύχρυσων Μυκηνών, η οποία εκτίθεται στην πρώτη μεγάλη αίθουσα του μουσείου (4) και σε μια μικρότερη (3) στο βάθος, αριστερά της πρώτης, είναι τόσο πλούσια και τόσο ενδιαφέρουσα για τον πολιτισμό που αναπτύχθηκε αρχικά στην Αργολίδα του 16ου αι. π.Χ., που αξίζει να της αφιερώσετε λίγο χρόνο παραπάνω. Τα εκθέματα που είναι συγκεντρωμένα σ’ αυτές τις δύο αίθουσες έχουν ενθουσιάσει εκατομμύρια επισκέπτες απ’ όλο τον κόσμο, που τις επισκέπτονται καθημερινά ήδη από το 1957, όταν εγκαινιάστηκαν πρώτες από τις υπόλοιπες αίθουσες μετά τον πόλεμο. Oι λίθινες επιτύμβιες στήλες, οι πήλινες πινακίδες με ιδεογράμματα και φωνητικές συλλαβές της γραμμικής Β γραφής, οι τοιχογραφίες από την ακρόπολη των Μυκηνών, τα λιγοστά αγγεία, τα ολόχρυσα βασιλικά νεκρικά προσωπεία, τα χρυσά κύπελλα, τα χρυσά δαχτυλίδια-σφραγίδες, τα περίφημα χάλκινα εγχειρίδια με τη διακόσμηση από χρυσό και ασήμι, τα δείγματα μικροτεχνίας από ελεφαντόδοτο και τα κοσμήματα από κάθε λογής εισηγμένο από την Aνατολή υλικό είναι σίγουρο ότι θα εντυπωσιάσουν κι εσάς. Τα αντικείμενα, τα οποία εκτίθενται κατ’ ομάδες, ανάλογα με τον τόπο όπου ανευρέθηκαν, προέρχονται κυρίως από τις Μυκήνες, από τους έξι βασιλικούς τάφους των Μυκηνών, τους πέντε από τους οποίους ανακάλυψε ασύλητους ο Ερρίκος Σλίμαν, και από τους εκατό περίπου θαλαμοειδείς λαξευτούς τάφους που ανέσκαψε ο Χρήστος Τσούντας έξω από την ακρόπολη καθώς και από την ευρύτερη περιοχή της πόλης των Μυκηνών. Υπάρχουν επίσης σπουδαία εκθέματα από τα άλλα σημαντικά κέντρα του Mυκηναϊκού πολιτισμού, που ήταν η Τίρυνθα και το Άργος στην Αργολίδα, το Βαφειό στη Σπάρτη και η Πύλος στη Μεσσηνία, η Θήβα και ο Oρχομενός στη Βοιωτία, η Αθήνα και ο Θορικός στην Αττική και η Σκόπελος και τα Κύθηρα στο Αιγαίο. Πρώτα απ’ όλα αξίζει να μελετήσετε με προσοχή τη μακέτα της ακρόπολης των Μυκηνών, που υπάρχει δεξιά της εισόδου στην αίθουσα 4, και αμέσως μετά τις τέσσερις λίθινες επιτύμβιες στήλες με ανάγλυφες παραστάσεις, που έχουν τοποθετηθεί ανά δύο αριστερά και δεξιά της εισόδου. Στις πρώτες προθήκες που είναι τοποθετημένες στην αρχή της αίθουσας εκτίθενται τα περίφημα ευρήματα των βασιλικών τάφων από την ακρόπολη των Μυκηνών, του 16ου αι. π.Χ. Δείτε τις χρυσές σφυρήλατες προσωπίδες στις προθήκες 4 (αριστερά), 27 (στη μέση), και αυτήν στην προθήκη 3 (πίσω από την προθήκη 4), που είναι η ομορφότερη και στην οποία πιστεύεται ότι αποδίδονται τα χαρακτηριστικά του προσώπου του Αγαμέμνονα. Δείτε επίσης στην προθήκη 4 το χρυσό νεκρικό επιστήθιο, στην προθήκη 27 και στην προθήκη 3 τα περίφημα χάλκινα εγχειρίδια με τα χρυσά καρφιά και τη διακόσμηση από χρυσό και άργυρο και, τέλος, το εντυπωσιακό χρυσό ποτήρι «του Νέστορα» με τα γεράκια στις λαβές, στην προθήκη 18 (δεξιά της προθήκης 27) το χρυσό ρυτό σε σχήμα λεοντοκεφαλής, το αργυρό ρυτό σε σχήμα ταυροκεφαλής με τη χρυσή διακόσμηση, το οποίο πιθανόν προέρχεται από την Κρήτη, και τις μοναδικές χρυσεπένδυτες λαβές χάλκινου ξίφους, στην προθήκη 23 (πίσω από την προθήκη 27) το χρυσό διάδημα από έναν τάφο που περιείχε τις ταφές τριών γυναικών και δύο βρεφών, ενώ στην προθήκη 28 (πίσω από την προθήκη 23) μπορείτε να δείτε τα χρυσά ελάσματα της νεκρικής επένδυσης των βρεφών. Aκολουθούν οι προθήκες που παρουσιάζουν τα εξίσου σημαντικά ευρήματα των θαλαμοειδών τάφων, καθώς και ευρήματα από την ακρόπολη των Μυκηνών: τους σφραγιδόλιθους μαζί με τα χρυσά δαχτυλίδια στην προθήκη 17, στο μέσο περίπου της αίθουσας, και τα ελεφάντινα δείγματα μικροτεχνίας – στην προθήκη 30 τις δύο γυναίκες και το αγόρι και τη γυναίκα σε βάθρο και στην προθήκη 31 τον πολεμιστή με το κράνος από δόντια αγριόχοιρου. Στη μέση περίπου της αίθουσας, στον αριστερό τοίχο, υπάρχουν τοιχογραφίες από το ανάκτορο της Τίρυνθας και την ακρόπολη των Μυκηνών, μεταξύ των οποίων και η περίφημη Μυκηναία, που θεωρείται ένα από τα λαμπρότερα δείγματα ζωγραφικής του 13ου αι. π.Χ. Δίπλα, στα αριστερά, βρίσκεται η γυναικεία κεφαλή σφίγγας ή θεάς, από ασβεστοκονίαμα, ένα από τα ελάχιστα σωζόμενα έργα της μυκηναϊκής πλαστικής τέχνης. Απέναντι από τις τοιχογραφίες, στη δεξιά πλευρά της αίθουσας, υπάρχει άλλη μία προθήκη που πρέπει να δείτε (9), η οποία περιέχει μερικές πήλινες πινακίδες με Γραμμική Β γραφή, από τις 1.200 περίπου που βρέθηκαν στο εφάμιλλο των Μυκηνών ανάκτορο του Νέστορα στην Πύλο. Κοντά σε αυτή την προθήκη εκτίθεται και το καλύτερο ίσως δείγμα της κεραμικής του Mυκηναϊκού πολιτισμού, του 12ου αι. π.Χ. Πρόκειται για τον κρατήρα των πολεμιστών, στην μπροστινή πλευρά του οποίου απεικονίζεται μια σκηνή αποχαιρετισμού πριν τον πόλεμο, όπου μία γυναίκα αποχαιρετά έξι πολεμιστές, και δίπλα του μια επιτύμβια στήλη από ψαμμίτη λίθο με επικάλυψη ασβεστοκονιάματος που φέρει πολύχρωμη παράσταση σε τρεις ζώνες. Στο βάθος αυτής της τόσο σημαντικής για την ιστορία του πολιτισμού αίθουσας υπάρχουν προθήκες με ευρήματα από τα υπόλοιπα μυκηναϊκά κέντρα που αναπτύχθηκαν στην Πελοπόννησο και τη λοιπή ηπειρωτική Ελλάδα, που κρύβουν πολλούς θησαυρούς, όπως το μεγάλο χρυσό δαχτυλίδι με την καθιστή θεά και την πομπή των τεσσάρων λεοντόμορφων δαιμόνων, στην προθήκη με τα ευρήματα από την Τίρυνθα, και τα περίφημα δύο χρυσά κύπελλα με τις σκηνές συλλήψεως ταύρων στην προθήκη με τα ευρήματα από το Βαφειό Λακωνίας. Αν διαθέτετε ακόμη χρόνο και όρεξη, επισκεφθείτε τη μικρή αίθουσα 3, όπου εκτίθενται μερικά ακόμη δείγματα του Mυκηναϊκού πολιτισμού από την κεντρική Ελλάδα και τα νησιά του Αιγαίου, το πιο παράξενο από τα οποία είναι το πήλινο ρυτό σε σχήμα υποδήματος, του 14ου αι. π.Χ., που βρέθηκε στη Βούλα Αττικής. Συλλογή γλυπτών. Η συλλογή γλυπτών του μουσείου καταλαμβάνει τριάντα αίθουσες (7-35), συνολικής έκτασης 4.000 τ.μ. περίπου, όσο δηλαδή όλες μαζί οι υπόλοιπες συλλογές, και θεωρείται μία από τις σημαντικότερες στον κόσμο. Μέσα από τα εκθέματα κάθε είδους γλυπτών αυτής της τόσο πλούσιας συλλογής, ο επισκέπτης μπορεί να παρακολουθήσει την εξέλιξη της ελληνικής γλυπτικής από τη γέννησή της, τον 7ο αι. π.Χ., μέχρι το τέλος του αρχαίου κόσμου και τις απαρχές της βυζαντινής εποχής. Μπαίνοντας στην αίθουσα 7, την πρώτη αριστερά της κεντρικής εισόδου, θα δείτε τον περίφημο επιτύμβιο αμφορέα του Διπύλου, διακοσμημένο με μαιάνδρους και μια νεκρική πομπή στο ύψος των λαβών του, που χρονολογείται στο 760 π.Χ. περίπου. Στην ίδια αίθουσα σας περιμένουν και τα μοναδικά δείγματα της λεγόμενης δαιδαλικής τεχνοτροπίας, που είναι οι πώρινες μετόπες από το ναό της Αθηνάς στις Μυκήνες, τα τρία καθιστά γυναικεία αγάλματα, και το αρχαιότερο άγαλμα μνημειακής πλαστικής, το οποίο είχε αφιερώσει η αριστοκράτισσα Νικάνδρα της Νάξου στην Άρτεμη, του 650 π.Χ. περίπου, που βρέθηκε στη Δήλο (πίσω και δεξιά από τον αμφορέα). Στις επόμενες έξι αίθουσες (8-13) εκτίθεται ο μοναδικός παγκοσμίως θησαυρός των αρχαϊκών αγαλμάτων του μουσείου. Στην αίθουσα 8 θα εντυπωσιαστείτε από τον ύψους 3 μ. Κούρο του Σουνίου, αλλά μην παραλείψετε να δείτε και τον αμφορέα του Πειραιά, όπως και την κεφαλή ενός κούρου από το Δίπυλο. O κολοσσιαίος κούρος από το ιερό του Ποσειδώνα στο Σούνιο, που ήταν ανάθημα πιθανόν κάποιου ναυτικού στο θεό της θάλασσας, είναι ο αρχαιότερος σωζόμενος (περίπου 610 π.Χ.) και έχει όλα τα χαρακτηριστικά της αρχαϊκής πλαστικής. Πρόκειται για νέο άντρα γυμνό, σε μετωπική στάση, με κόμμωση σχηματοποιημένη με τους βραχίονες κολλημένους στον κορμό, που προβάλλει το αριστερό πόδι. Στην αίθουσα 9, που βρίσκεται στα δεξιά της αίθουσας 8, προς την αυλή του μουσείου, ξεχωρίζουν ο επιτάφιος Kούρος της Μήλου, με το περίφημο μειλίχιο αρχαϊκό χαμόγελο, και στο άλλο άκρο της αίθουσας η Φρασίκλεια, έργο του γλύπτη Αριστίωνος από την Πάρο, η ομορφότερη ίσως νεαρή κυρία του μουσείου, η οποία κρατά ανθό στο ένα της χέρι. Στις δύο μικρές αίθουσες (10) δεξιά της αίθουσας 9 δείτε τα αρχαιότερα δείγματα επιτάφιων στηλών, το εξαιρετικό θραύσμα από μια τέτοια στήλη με το νεαρό δισκοφόρο (αρ. 38), τα αγάλματα των σφιγγών, και στο βάθος της αίθουσας έναν από τους ομορφότερους κούρους της αρχαιότητας, αυτόν που βρέθηκε στη Βολομάνδρα, στα Μεσόγεια της Αττικής. Στην αίθουσα 11, στην οποία θα βρεθείτε αφού γυρίσετε στην αίθουσα 8, διασχίζοντας προς τα πίσω τις δύο αίθουσες 10 και 9, δείτε, μεταξύ άλλων, έναν άλλο κούρο από την Κέα και την ξεχωριστή επιτάφια στήλη του Αριστίωνος, του 510 π.Χ., έργο του Αριστοκλέους, που διατηρεί ακόμη ίχνη χρώματος. Στην επόμενη αίθουσα (12) μην παραλείψετε να δείτε το ανάγλυφο του οπλιτοδρόμου που έχει το κεφάλι στραμμένο σε φορά αντίθετη από αυτήν του σώματος, πιθανόν σε στάση πυρρίχιου χορού, εξαιρετικό δείγμα της τέχνης του τέλους του 6ου αι. π.Χ. Oι τελευταίοι, κατά χρονολογική σειρά, κούροι, εξαιρετικά δείγματα των οποίων αποτελούν ο Κροίσος και ο Κούρος του Πτώου, τα χέρια των οποίων έχουν ήδη αποσπαστεί από το υπόλοιπο σώμα (530 π.Χ. και 520 π.Χ. αντίστοιχα), και ο Αριστόδικος (περίπου 500 π.Χ.), που είναι έτοιμος πια να ξεπεράσει την ακινησία των αρχαϊκών αγαλμάτων, εκτίθενται στην αίθουσα 13. Πίσω από τον Κροίσο υπάρχει η βάση του αγάλματος ενός κούρου με ανάγλυφα από σκηνές αγώνων νεαρών αθλητών και μία μοναδική παράσταση αθλητών που αναπαύονται μετά τους αγώνες παρακολουθώντας την αναμέτρηση μιας γάτας και ενός σκύλου. Στην αίθουσα 14 εκτίθενται επιτύμβια ανάγλυφα, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζει η στήλη της Αμφοττώς από τη Θήβα, καθώς και δύο σημαντικά δείγματα της επικράτησης του αυστηρού ρυθμού στην τέχνη μετά το τέλος των Περσικών πολέμων (480 π.Χ.), ο αναθηματικός δίσκος με την προτομή της Αφροδίτης από τη Μήλο και ο γνωστός Αυτοστεφανούμενος του Σουνίου, στα πρόσωπα των οποίων δε διακρίνουμε πια το αρχαϊκό χαμόγελο. Το χάλκινο άγαλμα ύψους 2 μ. του Ποσειδώνα, ή του Δία για άλλους, που βρέθηκε από ψαράδες στο Αρτεμίσιο της Εύβοιας, έργο του 460 π.Χ. περίπου, το οποίο κατά καιρούς έχει αποδοθεί σε διάφορους μεγάλους γλύπτες της εποχής, με επικρατέστερους τον Bοιωτό Κάλαμι και τον Aιγινίτη Oνάτα, δεσπόζει στο κέντρο της αίθουσας 15. O θεός Ποσειδώνας ήταν κατασκευασμένος από χυτευτό ορείχαλκο, είχε ένθετα μάτια τα οποία έχουν χαθεί, κρατούσε στο χέρι την τρίαινα. Το άγαλμα παρουσίαζε μια ζωντανή κίνηση με διασταυρούμενους άξονες και μια εσωτερική ελευθερία, στοιχεία που απουσιάζουν από τους κούρους. Θεωρείται ένα από τα αριστουργήματα του μουσείου. Ένα άλλο σημαντικότατο έκθεμα της αίθουσας είναι το μεγάλο αναθηματικό ανάγλυφο με τη Δήμητρα, την κόρη της Περσεφόνη και τον Τριπτόλεμο, που βρέθηκε στην Ελευσίνα, στο ιερό της Δήμητρας όπου τελούνταν τα Ελευσίνια Μυστήρια. Η έκθεση της μεγαλύτερης στον κόσμο συλλογής επιτύμβιων γλυπτών, που έχει στην κατοχή του το μουσείο, ξεκινά από την αίθουσα 16, όπου ξεχωρίζει η επιτύμβια στήλη νέου από τη Σαλαμίνα, η οποία αποδίδεται στο μαθητή του Φειδία Αγοράκριτο (αρ. 715). Στο κέντρο της αίθουσας, η μαρμάρινη λήκυθος της Μυρρίνης, με την παράσταση της νεκρής καθώς οδηγείται στον Άδη από τον ψυχοπομπό Ερμή και τους θλιμμένους συγγενείς της να την αποχαιρετούν. Η έκθεση των επιτύμβιων γλυπτών διακόπτεται στην αίθουσα 17, όπου εκτίθενται θραύσματα των μετοπών από το ναό της Ήρας στο Άργος που αποδίδονται στο γλύπτη Πολύκλειτο. Εδώ υπάρχουν επίσης και μερικά από τα ωραιότερα αναθηματικά ανάγλυφα που έχουν βρεθεί στην Ελλάδα, όπως αυτό με την αρπαγή της Nύμφης Βασίλης από τον Έχελο στο κέντρο της αίθουσας και το πολύ γνωστό ως ανάγλυφο των ηθοποιών, με τον Διόνυσο ξαπλωμένο σε κλίνη και τρεις ηθοποιούς που κρατούν μάσκες, δεξιά πριν την είσοδο στην αίθουσα 18 (αρ. 1500). Η συλλογή των επιτύμβιων γλυπτών συνεχίζεται στην αίθουσα 18, με λαμπρά δείγματα αυτής της τέχνης, τα οποία γύρω στο 400 π.Χ. έχουν πάρει μορφή ναΐσκου και αντικατοπτρίζουν την καλλιτεχνική κληρονομιά των γλυπτών του Φειδία στην Ακρόπολη. Αν ήταν να διαλέξετε ένα από αυτά, αυτό θα ήταν αναμφίβολα το ανάγλυφο της Ηγησούς, στο κέντρο της αίθουσας, που βρέθηκε στον Κεραμεικό και αποδίδεται στο γλύπτη Καλλίμαχο. Παριστάνει μία Αθηναία, μεγαλοαστή προφανώς, την Ηγησώ, να ανασύρει ένα κόσμημα ζωγραφισμένο με χρώμα που δε διατηρείται από μία κοσμηματοθήκη που κρατά η θεραπαινίδα μπροστά της. Πίσω από τη στήλη της Ηγησούς υπάρχει μία επιτύμβια στήλη (αρ. 717) με σκηνή δεξιώσεως, αποχαιρετισμού δηλαδή της νεκρής από την κόρη της με χειραψία του δεξιού χεριού, ενώ στη μέση στέκεται με θλιμμένο βλέμμα ο γενειοφόρος σύζυγος της αποθανούσης. Στις δύο επόμενες αίθουσες, 19 και 20, στα δεξιά της αίθουσας 17, εκτίθενται μαρμάρινα ρωμαϊκά αντίγραφα ελληνικών αγαλμάτων του 5ου αι. π.Χ., όπως αυτό του Απόλλωνα του Φειδία, το αντίγραφο του κολοσσιαίου χρυσελεφάντινου αγάλματος της Αθηνάς που είχε φιλοτεχνήσει ο Φειδίας για τον Παρθενώνα (στο βάθος της αίθουσας 20), ύψους 12 μέτρων, το οποίο εξυμνεί ο περιηγητής του 2ου αι. μ.Χ. Παυσανίας, που το είχε δει στη θέση του στον Παρθενώνα. Στην αίθουσα 21 και στην προέκτασή της προς το εσωτερικό του μουσείου (αίθουσες 34 και 35) δεσπόζει το περίφημο ορειχάλκινο σύμπλεγμα του αλόγου με το μικρό αναβάτη που βρέθηκε στη θάλασσα κοντά στο ακρωτήριο της βορειοανατολικής Εύβοιας Αρτεμίσιο και χρονολογείται το 2ο αι. π.Χ. Στον ίδιο χώρο εκτίθεται μια σειρά αναθηματικών αναγλύφων, καθώς και ο Διαδούμενος, μαρμάρινο αντίγραφο του 1ου αι. π.Χ. ενός χάλκινου περιώνυμου αγάλματος του Πολύκλειτου του 5ου αι. π.Χ., το οποίο αναφέρει ο Pωμαίος ιστορικός του 1ου αι. μ.Χ. Πλίνιος. Από το ναό του Ασκληπιού στην Επίδαυρο προέρχονται τα αρχιτεκτονικά γλυπτά της αίθουσας 22, από τα οποία ξεχωρίζουν οι έφιππες γυναικείες μορφές, γνωστές ως Αύρες. Η έκθεση των επιτύμβιων γλυπτών συνεχίζεται στην αίθουσα 23, για να ολοκληρωθεί στην αίθουσα 24 με δείγματα του 4ου αι. π.Χ., στη διάρκεια του οποίου τα επιτύμβια μνημεία είχαν μετατραπεί σε μικρά οικοδομήματα. Δείτε την περίφημη στήλη του Ιλισού, έργο της σχολής του Σκόπα, αριστερά πριν την είσοδο στην αίθουσα 24, τα επιτύμβια μνημεία της οικογένειας του Προκλείδη (αρ. 737) και του Αλέξου του Σουνιέως (αρ. 2574) και, τέλος, το ναΐσκο του Αριστοναύτη, αριστερά μετά την είσοδο στην αίθουσα 28, ένα από τα τελευταία μνημεία, πριν την οριστική τους απαγόρευση το 310 π.Χ. Στα σπάνια επιτύμβια ανάγλυφα συγκαταλέγεται ένα με παράσταση αλόγου το οποίο προσπαθεί να δαμάσει ένας νεαρός Αιθίοπας που κρατά μαστίγιο. Στις αίθουσες 25-27 έχουν συγκεντρωθεί αναθηματικά ανάγλυφα και ψηφίσματα του 5ου, 4ου και 3ου αι. π.Χ., μεταξύ των οποίων και αυτά που έχουν βρεθεί σε σπηλιές της Αττικής και στη Βοιωτία. Πολλά από τα εκθέματα αυτά είναι ιδιαίτερα περίτεχνα και προέρχονται κυρίως από το Ασκληπιείο της Αθήνας, που βρισκόταν στη νότια κλιτύ του βράχου της Ακρόπολης. Τα δύο θαυμάσια δείγματα της τέχνης των ύστερων κλασικών χρόνων (περίπου 340-330 π.Χ.), ο χαριτωμένος Έφηβος του Μαραθώνα, που αποδίδεται στον Πραξιτέλη, και ο στιβαρός Έφηβος των Αντικυθήρων, που αποδίδεται στον Kορίνθιο Ευφράνορα, είναι από τα πιο περίφημα αγάλματα του μουσείου στην αίθουσα 28. O Έφηβος των Αντικυθήρων διατηρεί τα μάτια του και τείνει το ένα χέρι. Συνδυάζει τον παραδοσιακό «κανόνα» του Πολύκλειτου (ένα πρότυπο αναλογιών του ανθρώπινου σώματος) με νέα στοιχεία, όπως οι λεπτοί μηροί και ο ρυθμός στη στάση του σώματος. Στις δύο επόμενες αίθουσες, 29 και 30, παρουσιάζονται αξιόλογα δείγματα της τέχνης της ελληνιστικής εποχής, όπως το άγαλμα της Θέμιδος από τον Ραμνούντα Αττικής, του 3ου αι. π.Χ. (αρ. 231), τα αγάλματα του γλύπτη Δαμοφώντα που προέρχονται από το ναό της Δέσποινας στη Λυκόσουρα της Αρκαδίας, ο επιβλητικός Ποσειδώνας της Μήλου, ο πληγωμένος Γαλάτης και το χαριτωμένο γλυπτό σύμπλεγμα της Αφροδίτης που απειλεί το θεό Πάνα με το σανδάλι της ενώ ένας φτερωτός Έρωτας προσπαθεί χαμογελώντας να τον απομακρύνει από τη θεά. Στον ίδιο χώρο αξίζει να προσέξετε την ανάγλυφη πλάκα του μουσικού αγώνα ανάμεσα στον Απόλλωνα και τον Μαρσύα, από τη βάση αγαλμάτων που βρέθηκε στη Μαντίνεια, καθώς και τη χάλκινη κεφαλή ενός φιλοσόφου από ναυάγιο στην περιοχή των Αντικυθήρων. Το οδοιπορικό στην ιστορία της ελληνικής γλυπτικής τελειώνει στις αίθουσες 31-33, όπου εκτίθενται γλυπτά που φιλοτεχνήθηκαν κατά τη διάρκεια της ρωμαϊκής κατάκτησης στην Ελλάδα, από την εποχή του Oκταβιανού Αύγουστου (τέλη 1ου αι. π.Χ.) μέχρι την επικράτηση του χριστιανισμού (4ος-5ος αι. μ.Χ.). Σε αυτά τα έργα θα παρατηρήσετε τις επιπτώσεις που είχε στην τέχνη η καταστροφή των ελληνικών πόλεων από τους Pωμαίους, γεγονός που δε σήμανε ωστόσο την ολοκληρωτική νέκρωση της καλλιτεχνικής δραστηριότητας στην Ελλάδα, ιδιαίτερα κατά τις περιόδους που αυτοκράτορες όπως ο Αύγουστος και κυρίως ο Αδριανός ένιωθαν κατακτημένοι οι ίδιοι από το ελληνικό πνεύμα. Δείτε, λοιπόν, στην αίθουσα 31 τα πορτρέτα των κοσμητών από το Διογένειο Γυμνάσιο της Αθήνας, στην όμορφη κυκλική αίθουσα 32 τις εικονιστικές προτομές του Αδριανού, του ευνοούμενού του Αντίνοου και το αισθησιακό άγαλμα της Μαινάδας που κοιμάται πάνω σε δορά πάνθηρα, και στην τελευταία αίθουσα, 33, το χάλκινο εικονιστικό άγαλμα της μητέρας του αυτοκράτορα Αλεξάνδρου Σεβίρου, Ιουλίας Μαμαίας, με το κατεστραμμένο πρόσωπο. Συλλογή χάλκινων. Η συλλογή των χάλκινων έργων του μουσείου, που εκτίθεται προς το παρόν μόνο σε δύο αίθουσες (36, 37), αποτελείται κυρίως από δείγματα μικροτεχνίας, τα περισσότερα από τα οποία ήταν αφιερώματα σε ιερά, όπως αυτό του Δία στη Δωδώνη, στην Oλυμπία και στο Ιδαίον Άντρον της Κρήτης, της Αθηνάς στην Ακρόπολη της Αθήνας, της Ήρας στο Άργος, του Απόλλωνα στη Βοιωτία, καθώς και σε ιερά άλλων θεοτήτων σε όλο τον ελλαδικό χώρο. Μέσω των εκθεμάτων αυτών και των εκθεμάτων δύο άλλων αιθουσών (38, 39), που σύντομα θα παραδοθούν στο κοινό, με τα ευρήματα του ιερού της Αθηνάς στην Ακρόπολη και του ιερού του Δία στην Oλυμπία, μπορεί ο επισκέπτης να παρακολουθήσει την εξέλιξη της μεταλλοτεχνίας από τους γεωμετρικούς μέχρι και τους ρωμαϊκούς χρόνους. Ξεκινήστε από την αίθουσα 36, που βρίσκεται στα αριστερά της σκάλας που οδηγεί στον πρώτο όροφο, όπου θα έχετε την ευκαιρία να θαυμάσετε δύο μικρά αριστουργήματα, το μικρό ιππέα από τη Δωδώνη, του 6ου αι. π.Χ., μπροστά σας, και την πεπλοφόρο γυναίκα, του 5ου αι. π.Χ., από την Πίνδο στα δεξιά σας. Στις προθήκες 1 και 2 δεξιά της εισόδου μπορείτε να δείτε, μεταξύ άλλων, αναθηματικούς πελέκεις και χάλκινα ελάσματα με προξενικά ψηφίσματα από τη Δωδώνη, ενώ πιο δίπλα, σε μια επιτοίχια μικρή κατασκευή, εκτίθεται το πόδι ενός τρίποδα με εγχάρακτα γεωμετρικά κοσμήματα, που πιθανόν να προέρχεται και αυτό από τη Δωδώνη. Από τα εκθέματα της προθήκης 3 ξεχωρίζει ο ιθυφαλλικός Σάτυρος του 6ου αι. π.Χ., ο Πήγασος, που αποτελούσε διακόσμηση αγγείου, και η παραγναθίδα κράνους με την παράσταση δύο πολεμιστών. Στην προθήκη 4 έχουν συγκεντρωθεί διάφορα μικρά αγάλματα, ιατρικά εργαλεία και κοσμήματα, ενώ δίπλα, σε ξεχωριστή προθήκη, εκτίθεται το μικρό άγαλμα ενός αυλητή, που προέρχεται και αυτό από τη Δωδώνη, πιθανώς αφιέρωμα κάποιου νικητή σε αγώνες αυλού. Δείτε τα πήλινα ειδώλια της Αρτέμιδος από την Κέρκυρα στην προθήκη 5, τους αλτήρες σε σχήμα κάπρου στην προθήκη 6, και, οπωσδήποτε, στην προθήκη 7 το κορίτσι που τρέχει, τη Δρομάδα, που αποτελούσε τμήμα της διακόσμησης κρατήρα ή τρίποδα και θεωρείται σημαντικό δείγμα της αρχαϊκής τέχνης. Στην προθήκη 8 ξεχωρίζει η Μαινάδα από τη Δωδώνη, ενώ από την προθήκη 9 η μορφή του στρατηγού, που χρονολογείται στα τέλη του 4ου ή τις αρχές του 3ου αι. π.Χ., να κρατά στο χέρι συκώτι ζώου προσπαθώντας να μαντέψει τα μελλούμενα. Δεξιά της προθήκης 9 εκτίθεται σε ξεχωριστή προθήκη ο Δίας, που κρατά στο δεξί του χέρι κεραυνό, ενώ στο βάθος της αίθουσας μια σειρά κεφαλών της ρωμαϊκής εποχής, μερικές επιτύμβιες στήλες και ένα ξύλινο ομοίωμα ρωμαϊκού άρματος, στο οποίο έχουν προστεθεί τα χάλκινα διακοσμητικά τμήματα που βρέθηκαν στη Νικομήδεια της Μικράς Ασίας. Στην προθήκη 10, αριστερά μετά την είσοδο στην αίθουσα 37, θα σας δοθεί η ευκαιρία να εμπλουτίσετε τις γνώσεις σας για τον τρόπο κατασκευής χάλκινων αγαλμάτων με τη μέθοδο του «χαμένου κεριού». Στην προθήκη 12 θα δείτε δείγματα της διακόσμησης λεβήτων της γεωμετρικής εποχής, στην προθήκη 13 κοσμήματα ενός γυναικείου τάφου του 8ου αι. π.Χ. από την Παρνασσίδα, ενώ στην προθήκη 14 ξεχωρίζει το κράνος ιλλυρικού τύπου από το Παγγαίο και η ραμφόστομη πρόχους με λαβή, του 6ου αι. π.Χ. Συνεχίζουμε στην προθήκη 15, όπου εκτίθεται άλλο ένα σημαντικό μικρό χάλκινο αγαλματίδιο, αυτό του οπλίτη του 7ου αι. π.Χ., το οποίο πιστεύεται ότι εικονίζει τον Αχιλλέα. Στην προθήκη 16 θα δείτε κοσμήματα από ιερά της Θεσσαλίας, στην επόμενη πολλά δείγματα αφιερωμάτων που βρέθηκαν στο ιερό του Δία στο Ιδαίον Άντρον της Κρήτης, ενώ στην προθήκη 18, μεταξύ άλλων, το σημαντικό εύρημα της παρωπίδας του 9ου αι. π.Χ., που προέρχεται από τη Συρία και βρέθηκε στο ιερό του Δαφνηφόρου Απόλλωνα στην Ερέτρια. Στην προθήκη 19 υπάρχουν αναθήματα από το ιερό των Καβείρων στη Βοιωτία και από το ιερό του Απόλλωνα στο Πτώο Βοιωτίας. Στην προθήκη 20, κοσμήματα του 8ου και 7ου αι. π.Χ. και στην προθήκη 21 ευρήματα από διάφορα ιερά, κυρίως της Στερεάς Ελλάδας, μεταξύ των οποίων ειδώλια ζώων, οπλίτες και ένα αγαλματίδιο γυναικείας οπλισμένης μορφής. Mην παραλείψετε να δείτε, σε ξεχωριστή προθήκη, το χάλκινο μηχανισμό αστρονομικών και ημερολογιακών υπολογισμών του 1ου αι. π.Χ., ο οποίος βρέθηκε στο ίδιο αρχαίο ναυάγιο κοντά στα Αντικύθηρα από το οποίο ανελκύσθηκαν τα σπουδαία χάλκινα αγάλματα του Εφήβου και του Φιλοσόφου, τα οποία μπορείτε να δείτε στη συλλογή γλυπτών του μουσείου. Το ξύλινο διαχωριστικό που κρύβει προς το παρόν τη μισή αίθουσα 37 προς τα αριστερά, και πίσω από αυτήν τις αίθουσες 38 και 39, αποκρύπτει τους χάλκινους θησαυρούς που βρέθηκαν σε δύο από τα σπουδαιότερα ιερά του αρχαίου ελληνικού κόσμου, της Αθηνάς στην Ακρόπολη της Αθήνας και του Δία στην Oλυμπία, καθώς και τα χάλκινα αγάλματα που βρέθηκαν στους Αμπελοκήπους της Αθήνας το 1969, από τα οποία ένα είναι αντίγραφο του Δισκοβόλου του Μύρωνος και ένα άλλο του Δορυφόρου του Πολύκλειτου. Αιγυπτιακή συλλογή. Στις αίθουσες 40 και 41 εκτίθενται γύρω στα 300 αντικείμενα από τα 7.000 συνολικά της αιγυπτιακής συλλογής του μουσείου. Αυτή η συλλογή είναι η τέταρτη κατά σειρά σημαντικότερη της Ευρώπης και προέρχεται από τις δωρεές των ομογενών Ιωάννη Δημητρίου και Αλέξανδρου Ρόστοβιτς, καθώς και από δωρεές του αιγυπτιακού κράτους. Επανεκτέθηκε το 1994, μετά από 45 χρόνια στα υπόγεια του μουσείου, όπου είχε κρυφτεί το 1940, όπως και τα περισσότερα εκθέματα του μουσείου, για να προστατευτούν κατά τη διάρκεια της κατοχής. Τα επιλεγμένα εκθέματα της αιγυπτιακής συλλογής παρουσιάζονται σε καινούργιες προθήκες και καλύπτουν ολόκληρο το φάσμα του πολιτισμού που αναπτύχθηκε κατά μήκος του ζωοδότη ποταμού Νείλου από την προδυναστική περίοδο (5000 π.Χ.) μέχρι το τέλος της ρωμαϊκής κατάκτησης (395 μ.Χ.). Από τα χαρακτηριστικά δείγματα της προδυναστικής περιόδου (5000-3100 π.Χ.) που εκτίθενται στις προθήκες VIII, IX, X αριστερά της εισόδου, στην αίθουσα 41, δείτε το δισκοειδή κεφαλοθραύστη (προθ. VIII), τις λίθινες κοσμητικές παλέτες που χρησίμευαν για το βάψιμο των ματιών (προθ. IX), τα κοσμήματα από ελεφαντόδοντο (προθ. X) και τα λίθινα και πήλινα αγγεία στις προθήκες ΧΙΙΙ, ΧΙV δεξιά της εισόδου στην ίδια αίθουσα. Στην πρωτοδυναστική περίοδο (3100-2650 π.Χ.), στη διάρκεια της οποίας η Άνω και η Κάτω Αίγυπτος ενώνονται κάτω από την εξουσία της πρώτης και της δεύτερης δυναστείας των φαραώ, χρονολογούνται το άγαλμα ιπποποτάμου από γρανίτη της προθήκης Ι, της πρώτης προθήκης στα δεξιά σας, και μερικά λίθινα αγγεία των προθηκών V και VI απέναντι από την είσοδο. Από την περίοδο της ευημερίας και καλλιτεχνικής άνθησης του Αρχαίου Βασιλείου (2650-2155 π.Χ.) μπορείτε να δείτε δύο θαυμάσιες γύψινες απεικονίσεις θυρών με ιερογλυφικά (ψευδοθύρες) στην προθήκη ΙΙ (αριστερά της εισόδου, στην αίθουσα 42 της συλλογής Σταθάτου), το επάνω τμήμα αγάλματος φαραώ από αλάβαστρο στην προθήκη ΙΙΙ (ευθεία από την είσοδο στην αίθουσα 41), το βασιλικό γραφέα από γρανίτη στην προθήκη ΧΙΙ (αριστερά της εισόδου στην αίθουσα 42) και το μεγάλο ξύλινο άγαλμα γυναίκας που ζυμώνει στην προθήκη XV. Oι επιτύμβιες ανάγλυφες στήλες από ασβεστόλιθο της επιτοίχιας προθήκης XVII, οι χαρακτηριστικοί σκαραβαίοι, που συμβολίζουν την αναγέννηση, σε μία προθήκη μπροστά από τις στήλες, τα μικρά ξύλινα ειδώλια της προθήκης ΧΧ, τα δύο εντυπωσιακά ξύλινα πολυμορφικά εκθέματα στη μέση της αίθουσας, το πλοίο που μεταφέρει τα υπάρχοντα του νεκρού φαραώ στην προθήκη XVI, και η σκηνή της παρασκευής ζύθου στην προθήκη IV είναι τα κυριότερα δείγματα του εκλεπτυσμού που χαρακτηρίζει την τέχνη του Μέσου Βασιλείου (2134-1650 π.Χ.). Στην περίοδο του Νέου Βασιλείου (1650-1070 π.Χ.), εποχή της κυριαρχίας της Αιγύπτου στη Μεσόγειο, χρονολογούνται τα εκθέματα που είναι συγκεντρωμένα στις προθήκες που υπάρχουν αριστερά και δεξιά της εισόδου στην αίθουσα 40. Δείτε τα δύο αγάλματα της προθήκης ΧΧΧ, τα ειδώλια της προθήκης ΧΧΙΧ, τις ξύλινες σαρκοφάγους για μούμιες ζώων στην προθήκη ΧΧΧΙΙ και, τέλος, το χαρακτηριστικό μικρό άγαλμα γονατιστού λάτρη που κρατά μπροστά του μια στήλη με προσευχή στο θεό Ήλιο στην προθήκη ΧΧV. Mόλις μπείτε στην αίθουσα 40, στα δεξιά σας θα δείτε ένα μεγάλο άγαλμα με σώμα γυναίκας και κεφάλι λιονταριού, ένα κυβόσχημο άγαλμα καθιστού λάτρη και, σε μικρή απόσταση από αυτό, στη δεξιά πλευρά της αίθουσας, άλλα τρία δείγματα αυτού του χαρακτηριστικού τύπου αγαλμάτων, καθώς και μία προθήκη με τέσσερα αλαβάστρινα αγγεία, όπου φυλάσσονταν τα εσωτερικά όργανα του νεκρού που αφαιρούνταν πριν τη μουμιοποίησή του. Tέλος, λίγο πιο κάτω, στην ίδια πλευρά της αίθουσας, ένα δείγμα παπύρου. Στο βάθος της αίθουσας εκτίθενται μια μούμια, ένα περίβλημα μούμιας, τέσσερις ανθρωπόμορφες σαρκοφάγοι και πολύχρωμες ταφικές στήλες, όλα από την Τρίτη Μεταβατική Περίοδο (1070-712 π.Χ.). Eδώ αξίζει την προσοχή σας η πλούσια διακόσμηση της σαρκοφάγου στην προθήκη LXV, στη μέση περίπου της αίθουσας, και το περίβλημα της μούμιας στην προθήκη LIX, στο βάθος της αίθουσας. Από τα εκθέματα της Ύστερης Περιόδου (712-332 π.Χ.) ξεχωρίζει το χάλκινο άγαλμα με την εγχάρακτη διακόσμηση από κράμα χρυσού και αργύρου της ιέρειας Τακουσίτ στην προθήκη XLVIII, ενώ από αυτά της Πτολεμαϊκής Περιόδου (332-30 π.Χ.), ένα από τα χαρακτηριστικά της οποίας ήταν η πνευματική άνθηση της χώρας, ξεχωρίζουν η σαρκοφάγος και η μούμια του Απίωνα στην προθήκη LX, στο βάθος της αίθουσας αριστερά, και το άγαλμα από πωρόλιθο ενός άντρα που κρατά ένα μικρό ναΐσκο στην έξοδο της αίθουσας προς τη συλλογή των χάλκινων (37). Από την περίοδο της ρωμαϊκής κατάκτησης (30 π.Χ. -395 μ.Χ.) της Αιγύπτου προέρχεται το ύψους 2 μ. άγαλμα που βρέθηκε στο ιερό της Ίσιδος στο Μαραθώνα, το οποίο επίσης βρίσκεται πριν την έξοδο προς την αίθουσα 37, και τα τρία θαυμάσια νεκρικά πορτρέτα Φαγιούμ της προθήκης LVIII, μπροστά από τις δύο όρθιες σαρκοφάγους στο βάθος της αίθουσας. Συλλογή Σταθάτου. Η πιο πρόσφατη εγκαινίαση αίθουσας του μεγαλύτερου μουσείου της χώρας είναι αυτή της αίθουσας 42, που από τον Φεβρουάριο του 2000 στεγάζει μόνιμα πλέον τη διάσημη σε ολόκληρο τον κόσμο συλλογή της Ελένης Σταθάτου. Γόνος μιας πλούσιας οικογένειας εμπόρων της Αλεξάνδρειας, η Ελένη Σταθάτου (1887-1982) δώρισε τη συλλογή της στο ελληνικό κράτος το 1957. Από τότε, και μέχρι το 1992, η συλλογή, η οποία εν τω μεταξύ είχε εμπλουτιστεί με πολλά καινούργια αντικείμενα, παρουσιαζόταν στις αίθουσες 31-33, προκαλώντας το θαυμασμό των επισκεπτών όλα αυτά τα χρόνια. Η επανέκθεση των ρωμαϊκών γλυπτών σε αυτές τις αίθουσες, ως τελευταίο τμήμα της συνολικής έκθεσης των γλυπτών του μουσείου, επέβαλε τη μεταφορά της ολόχρυσης αυτής συλλογής στην αίθουσα 42. Τα 971 έργα της συλλογής αυτής καλύπτουν, με εξαιρετικά δείγματα από κάθε περίοδο, το διάστημα από την 5η χιλιετία π.Χ. μέχρι και τα μεταβυζαντινά χρόνια. Η πρώτη ενότητα των εκθεμάτων στις τέσσερις πρώτες προθήκες μετά την προτομή της δωρήτριας, δεξιά καθώς μπαίνετε στην αίθουσα, καλύπτει την περίοδο από το 5000 έως το 2000 π.Χ. Μεταξύ άλλων εκτίθενται πρωτοκυκλαδικά και μινωικά λίθινα αγγεία (προθ. 1), χρυσά ενώτια από την Πολιόχνη της Λήμνου, τον αρχαιότερο οικισμό του Αιγαίου (προθ. 2), και μια συλλογή κοσμημάτων από τη Θήβα, στην οποία συμπεριλαμβάνεται και ένας αμυγδαλόσχημος σφραγιδόλιθος με παράσταση πλοίου του 14ου αι. π.Χ. Δείγματα από την τέχνη της γεωμετρικής και της αρχαϊκής εποχής (9ος-6ος αι. π.Χ.) εκτίθενται στις πρώτες προθήκες που βρίσκονται στην αριστερή πλευρά της αίθουσας καθώς μπαίνετε και σε αυτές που βρίσκονται απέναντί τους, στη δεξιά πλευρά, μετά τις τέσσερις πρώτες προθήκες. Μεταξύ των αριστουργημάτων της μικροτεχνίας που περιλαμβάνονται σε αυτή την ενότητα ανήκει ο μικροσκοπικός μολύβδινος κούρος από τη Φιγάλεια (προθ. 5), τα ενώτια με τους ιππαλεκτρυόνες από τα Σπάτα (προθ. 14), το μικρό χάλκινο άγαλμα του Κριοφόρου Ερμή (προθ. 12), ο χάλκινος αρχαϊκός ταύρος (προθ. 9), τα σπάνια ταινιωτά ενώτια από τη Χαλκιδική (προθ. 10) και τα ρομβοειδή χρυσά επιστόμια, τα οποία τοποθετούσαν επάνω στο στόμα του νεκρού (στο κάτω μέρος της προθήκης 11). Στην κλασική εποχή (5ος-4ος αι. π.Χ.) ανήκει το εξαιρετικό και σπανιότατο ερυθρόμορφο αγγείο αυγού του λεγόμενου ζωγράφου του Λουτρού, που φέρει παράσταση ραβδομαντείας (προθ. 19), ο αποτελούμενος από 14 κοσμήματα Θησαυρός της Δημητριάδας (προθ. 23), οι τρεις σφραγιδόλιθοι (προθ. 15), το πήλινο ειδώλιο εφήβου από τη Βοιωτία, του 5ου αι. π.Χ., που διατηρεί ακόμη τα έντονα χρώματά του (προθ. 18) και πολλά άλλα θαυμαστά εκθέματα. Στη δεύτερη κεντρική προθήκη (26), στην προθήκη 27 που βρίσκεται δεξιά της και σε ένα τμήμα των προθηκών 21 και 22 εκτίθενται έργα της ελληνιστικής περιόδου (3ος-1ος αι. π.Χ.). Στις δύο πρώτες προθήκες παρουσιάζεται ο γνωστός Θησαυρός του Καρπενησίου, που αποτελείται από 35 αντικείμενα, τα οποία πιθανόν να ήταν τέσσερα σύνολα γυναικείων κοσμημάτων. Από αυτά ξεχωρίζουν τα τρία εντυπωσιακά χρυσά μετάλλια με τις έκτυπες προτομές της Αρτέμιδος και της Αφροδίτης (προθ. 26), η χρυσή πλεκτή ταινία με τον κόμβο από ορεία κρύσταλλο που υπάρχει στο κάτω μέρος της ίδιας προθήκης, και η χρυσή ζώνη, που είναι στην κυριολεξία γεμάτη άνθη, καρπούς, φύλλα, έντομα, πουλιά και πολλούς πολύτιμους λίθους, στην προθήκη 27. Στις προθήκες 28-32, που περιλαμβάνουν και δείγματα μικροτεχνίας από τη ρωμαϊκή εποχή (1ος-3ος αι. μ.Χ.), μεταξύ άλλων, θα δείτε ένα χάλκινο ανάγλυφο ναΐσκο (προθ. 28), ένα χρυσό βραχιόλι με σμαράγδια (προθ. 29), κοσμήματα από τη βόρεια Συρία (προθ. 30) και ένα χάλκινο ανάγλυφο με πομπή τηβεννοφόρων αντρών (προθ. 33). Το πίσω μέρος της αίθουσας είναι αφιερωμένο στη βυζαντινή και τη μεταβυζαντινή εποχή. Μεταξύ των εκθεμάτων ξεχωρίζει,στην προθήκη 34, ο Θησαυρός της Χίου, του 3ου-4ου αι. μ.Χ., που περιλαμβάνει πολλά όμορφα σκουλαρίκια, και ο Θησαυρός της Θεσσαλονίκης, που αποτελείται από δαχτυλίδια, χρυσά βραχιόλια και σκουλαρίκια ανατολικής τέχνης, στην ίδια προθήκη. Ενδιαφέρον παρουσιάζουν επίσης τα ποικιλόμορφα εικονίδια και τα ασημένια σκεύη, ένα από τα οποία φέρει σλαβικές επιγραφές και επιχρυσωμένες παραστάσεις αγίων (προθ. 36). Στον πρώτο όροφο η συλλογή αγγείων και μικροτεχνίας, που καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος του πρώτου ορόφου (αίθ. 49-56), έκλεισε για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα, εξαιτίας των ζημιών που προξένησε ο σεισμός τον Σεπτέμβριο του 1999. Αυτή η συλλογή είναι μία από τις μεγαλύτερες στον κόσμο και περιλαμβάνει εξέχοντα δείγματα όλων των ρυθμών της ελληνικής αγγειογραφίας, από τον 11ο έως και τον 4ο αι. π.Χ. Η έκθεση των ευρημάτων είχε σχεδιαστεί με βάση τη χρονολογική σειρά των ενοτήτων και κατά πάσα πιθανότητα θα είναι η ίδια όταν αποκατασταθούν οι ζημιές και η συλλογή ξανανοίξει για το κοινό. Στις δύο πρώτες αίθουσες (49-50) παρουσιάζονταν αγγεία της γεωμετρικής εποχής (1100-700 π.Χ.) από την Αττική και άλλες περιοχές της Ελλάδας, καθώς και αγγεία ανατολίζοντος και πρωτοκορινθιακού ρυθμού, μεταξύ των οποίων ξεχωρίζουν ο μνημειώδης επιτάφιος αμφορέας του ζωγράφου του Διπύλου (αρ. 803, αίθ. 49), ο περίφημος κρατήρας του ζωγράφου του Hirschfeld, όπως συνηθίζεται να αποκαλείται από το όνομα του πρώτου μελετητή του (αρ. 990, αίθ. 50), η υδρία του Αναλάτου (αρ. 313, αίθ. 50), ο αμφορέας του Κυνοσάργους (αρ. 14497, αίθ. 50) και ο πιθαμφορέας από τη Βοιωτία με παράσταση της Πότνιας Θηρών (αρ. 220, αίθ. 50). Στην αίθουσα 51 υπήρχαν αγγεία του 7ου αι. π.Χ. από εργαστήρια της Αττικής και των ελληνικών νησιών, καθώς και δείγματα του πρώιμου μελανόμορφου ρυθμού του τέλους του 7ου αι. π.Χ., από τα οποία ξεχώριζε ο αμφορέας του ζωγράφου του Νέσσου, στο σώμα του οποίου απεικονίζεται η Μέδουσα μαζί με τις δύο αδελφές της να καταδιώκουν τον Περσέα και στο λαιμό του η συμπλοκή του Ηρακλή με τον κένταυρο Νέσσο (αρ. 1002). Στην αίθουσα 52, έργα του πρώιμου 6ου αι. π.Χ. από εργαστήρια της Αττικής, της Βοιωτίας και της Κορίνθου, και διάφορα αναθήματα από ιερά. Στην αίθουσα 53, μελανόμορφα αγγεία από την Αττική, πολλά εκ των οποίων ήταν αφιερωμένα στο ιερό της Αθηνάς στην Ακρόπολη και στο ιερό του Ποσειδώνα στο Σούνιο, επίσης από τη Λήμνο, την Ετρουρία και τις Κλαζομενές της Μικράς Ασίας. Στην επόμενη αίθουσα (54), μελανόμορφα και ερυθρόμορφα αγγεία του 6ου αι. π.Χ., στην αίθουσα 55 οι περίφημες λευκές ταφικές λήκυθοι της συλλογής και ερυθρόμορφα αγγεία του 5ου αι. π.Χ., ενώ στην τελευταία αίθουσα, ερυθρόμορφα αγγεία του τέλους του 5ου αι. π.Χ. και του 4ου αι. π.Χ., με εξέχοντα δείγματα το επίνητρο (κεραμικό σκεύος που προστάτευε το μηρό και το γόνατο κατά την επεξεργασία του μαλλιού, αρ. 1629) και τους μεγάλους παναθηναϊκούς αμφορείς από την Ερέτρια. Μέχρι το σεισμό του 1999, στην αίθουσα 48 του πρώτου ορόφου εκτίθεντο ορισμένα αντιπροσωπευτικά δείγματα κεραμικής, χαλκουργίας και λιθοτεχνίας τα οποία προέρχονταν από το Ακρωτήρι της Θήρας, ένα από τα σπουδαιότερα κέντρα του πολιτισμού του Αιγαίου κατά το 18ο και το 17ο αι. π.Χ. Μεταξύ των σπάνιων κινητών ευρημάτων, τα οποία κατά πάσα πιθανότητα θα επανεκτεθούν, υπήρχαν πρόχοι, από τις οποίες ξεχώριζε η υπό αριθμό 1838, με την παράσταση πολύχρωμων πτηνών, και η υπό αριθμό 105, με παράσταση από στάχυα κριθαριού, πέντε μακρόστενα πήλινα αγγεία αγνώστου χρήσης (κύμβες) με πολύχρωμη εικονιστική διακόσμηση (αρ. 564, 100, 101, 3266, 3267), πήλινα ρυτά, μεταξύ των οποίων ένα σε σχήμα βοδιού με δικτυωτό πλέγμα στο σώμα του (αρ. 563) και ένα σε σχήμα λεοντοκεφαλής (αρ. 116), ένα αγγείο με διάτρητο πυθμένα (ηθμοπυξίδα, αρ. 562), δύο πήλινα στηρίγματα με εγκοπές (αρ. 1463, 1464) που αποτελούσαν μέρος μιας ψησταριάς (κρατευτήριον), μία ορθογώνια σχιστολιθική πλάκα στην οποία οι μαθητές χάρασσαν γράμματα και αριθμούς (αρ. 134) και το εκμαγείο μιας ξύλινης κλίνης. Την έκθεση των ευρημάτων από την προϊστορική Σαντορίνη συμπλήρωναν οι αριστουργηματικές τοιχογραφίες που κοσμούσαν τα δωμάτια σπιτιών στο Ακρωτήρι, οι οποίες, όπως τα μεταγενέστερα ευρήματα από την Πομπηία της Ιταλίας, διατηρήθηκαν σε πολύ καλή κατάσταση λόγω της επικάλυψής τους από ένα παχύ στρώμα τέφρας μετά την έκρηξη του ηφαιστείου, που κατέστρεψε τον πολιτισμό του νησιού προς τα τέλη του 16ου αι. π.Χ. Το μεγαλύτερο μέρος αυτών των τοιχογραφιών, όπως αυτές από την Oικία των Γυναικών, οι τοιχογραφίες του ψαρά, του παραποτάμιου τοπίου με τα εξωτικά ζώα, των πιθήκων, και η μήκους 3,90 μ. πολυπρόσωπη μικρογραφική ζωφόρος νηοπομπής, η οποία αποτελεί μοναδική πηγή πληροφοριών για τη ναυπηγική στο προϊστορικό Αιγαίο, μεταφέρθηκαν στο καινούργιο μουσείο της προϊστορικής Θήρας, που εγκαινιάστηκε στις 26 Μαρτίου 2000 στα Φηρά. Στο μουσείο της οδού Πατησίων παρέμειναν όμως μερικά εξαιρετικά δείγματα αυτών των τοιχογραφιών, όπως είναι η παράσταση με τις αντιλόπες, που θεωρείται έργο μεγάλου καλλιτέχνη, ο οποίος πιστεύεται ότι θα πρέπει να είχε μελετήσει από κοντά αυτά τα ζώα σε κάποια μακρινή χώρα για να τα αποδώσει με τόση ζωντάνια, και η παράσταση των δύο νεαρών πυγμάχων με τους μακριούς μαύρους βοστρύχους στα ξυρισμένα και ζωγραφισμένα με γαλάζιο χρώμα κεφάλια τους. Στο μουσείο παραμένει και η μεγάλη τοιχογραφία της Άνοιξης, με το βραχώδες τοπίο την εποχή της άνθισης των κρίνων και του ζευγαρώματος των χελιδονιών. Ο «αρπιστής», μαρμάρινο ειδώλιο μουσικού που κρατά λύρα ή άρπα (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο). Γενική άποψη της εισόδου του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Γενική άποψη της αίθουσας 6 με την κυκλαδική συλλογή, στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Η «Κουροτρόφος», πήλινο ειδώλιο καθιστής γυναίκας με παιδί στην αγκαλιά (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο). Η χρυσή προσωπίδα Μυκηναίου ηγεμόνα (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο). Η «Μυκηναία», τοιχογραφία με παράσταση θεάς από την Ακρόπολη των Μυκηνών (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο). Άποψη της μεγάλης κεντρικής αίθουσας του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου με τη μυκηναϊκή συλλογή. Άποψη της αίθουσας 10 του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Στο βάθος ξεχωρίζει ο Κούρος από τη Βολομάνδρα. Ο «Αυτοστεφανούμενος» (460 π.Χ.), αναθηματικό ανάγλυφο από το Σούνιο (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο). Ο «Αριστόδικος» περικυκλωμένος από επισκέπτες του μουσείου (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο). Μερική άποψη της αίθουσας 8 του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου, με τον «Κούρο του Σουνίου» στο κέντρο. Άποψη της αίθουσας 18 του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου με την επιτύμβια στήλη της Ηγησούς. Ο «Ποσειδώνας του Αρτεμισίου» (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο). Το χάλκινο άγαλμα αλόγου με αναβάτη στην αίθουσα 21 του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου. Γενική άποψη της αίθουσας 28 του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου· δεξιά διακρίνεται ο «Έφηβος του Μαραθώνα» και στο βάθος ο «Έφηβος των Αντικυθήρων». Ο «Έφηβος του Μαραθώνα» (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο). Το γλυπτό της Αφροδίτης με τον Πάνα και τον φτερωτό Έρωτα (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο). Μερική άποψη της αίθουσας 32 του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου με γλυπτά της ρωμαϊκής εποχής. Γενική άποψη των αιθουσών 36 και 37 του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου με τη συλλογή των χάλκινων έργων. Χάλκινο αιγυπτιακό άγαλμα του 8ου αι. π.Χ., με εγχάρακτη διακόσμηση της ιέρειας Τακουσίτ (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο). Ερυθρόμορφο αγγείο σε σχήμα αυγού (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο). Αττικός υστερογεωμετρικός κρατήρας του 8ου αι. π.Χ. (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο). Λεπτομέρεια από την τοιχογραφία της Άνοιξης (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο). Η τοιχογραφία των νεαρών πυγμάχων από τη Σαντορίνη (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο). Γενική άποψη της αίθουσας 6 με την κυκλαδική συλλογή, στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Χάλκινο αγαλμάτιο πεπλοφόρου γυναίκας που κρατάει περιστέρι, από την Πίνδο (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο). Χρυσό κόσμημα κεφαλής του 3ου αι. π.Χ. (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο). Ομοίωμα πλοίου (1994-1782 π.Χ.) με πλήρωμα, από ξύλο συκομουριάς (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Μουσείο, Αρχαιολογικό Αθηνών — Βλ. λ. Μουσείο, Εθνικό Αρχαιολογικό (Αθηνών) …   Dictionary of Greek

  • Μουσείο, Αρχαιολογικό Θεσσαλονίκης — Το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης στεγάζεται από το 1962 σ’ ένα λιτό κτίριο στο κέντρο της πόλης (Μανόλη Ανδρόνικου 6), που χτίστηκε σε σχέδια του αρχιτέκτονα Πάτροκλου Καραντινού. Η αρχική έκθεση των ευρημάτων, που ολοκληρώθηκε το 1971,… …   Dictionary of Greek

  • Μουσείο Ακροπόλεως (Αθηνών) — Κατατάσσεται ανάμεσα στα σημαντικότερα μουσεία του κόσμου για την ιστορία της τέχνης. Στη συλλογή του συμπεριλαμβάνονται μερικά από τα ομορφότερα έργα της πλαστικής τέχνης της αρχαϊκής και κλασικής περιόδου. Κανένας φιλότεχνος δεν πρέπει να… …   Dictionary of Greek

  • Μουσείο Κεραμεικού — Βρίσκεται στα αριστερά της εισόδου του αρχαιολογικού χώρου του Κεραμεικού (Ερμού 148, Αθήνα), χτίστηκε το 1937, με δωρεά του Γερμανού βιομήχανου Gustav Oberlander, και επεκτάθηκε τη δεκαετία του 1960. Στεγάζει τα ευρήματα των ανασκαφών που… …   Dictionary of Greek

  • Μουσείο, Αρχαιολογικό Κομοτηνής — Το κτίριο του Αρχαιολογικού Μουσείου Κομοτηνής σχεδιάστηκε από τον αρχιτέκτονα Άρη Κωνσταντινίδη τη δεκαετία του 1970. Περιλαμβάνει ευρήματα από όλη τη Θράκη, που καλύπτουν την περίοδο από τα νεολιθικά ως τα βυζαντινά χρόνια. Η οργάνωση της… …   Dictionary of Greek

  • Αθήνα — Πρωτεύουσα της Ελλάδας, από τις 18 Σεπτεμβρίου 1834, και του νομού Αττικής, το μεγαλύτερο πνευματικό, βιομηχανικό και οικονομικόεπιχειρησιακό κέντρο της χώρας. Βρίσκεται σε Β πλάτος 37° 58’ 20,1’’ και μήκος 23° 42’ 58,815’’ Α του Γκρίνουιτς. Στην …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Τέχνη (Σύγχρονη) — Η ΕΙΚΑΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΓΩΓΗ ΣΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΙΚΑΣΤΙΚΗ ΣΚΕΨΗ ΤΟΥ 19ου & ΤΟΥ 20ού αι. Εξετάζοντας την ελληνική εικαστική δημιουργία σήμερα, μπορούμε να καταλήξουμε στις εξής παραδοχές: α) παρουσιάζει έργα με μεγάλο… …   Dictionary of Greek

  • Πελοπόννησος — I Ιστορική και γεωγραφική περιοχή της Ελλάδας, η νοτιότερη και μεγαλύτερη χερσόνησος της χώρας και η νοτιότερη της Ευρώπης. Εκτείνεται μεταξύ των παραλλήλων 38° 20’ (ακρωτήριο Δρέπανο) και 36° 23’ (ακρωτήριο Ταίναρο) και των μεσημβρινών 210° 10’… …   Dictionary of Greek

  • Μυκήνες — I Η σημαντικότερη προϊστορική πόλη της Ελλάδας. Βρίσκεται στον βορειοανατολικό μυχό της αργολικής πεδιάδας και υπήρξε κέντρο ενός από τους μεγαλύτερους προϊστορικούς πολιτισμούς, ο οποίος διήρκεσε από το 1600 έως το 1100 π.Χ. Ιδρυμένη σε σπουδαίο …   Dictionary of Greek

  • Κυκλάδες — Νησιωτικό σύμπλεγμα και νομός (2.572 τ. χλμ., 112.615 κάτ.) της περιφέρειας Νοτίου Αιγαίου, με πρωτεύουσα την Ερμούπολη (11.799 κάτ.). Οι Κ. καταλαμβάνουν το κεντρικό και νότιο τμήμα του Αιγαίου πελάγους. Εκτείνονται με κατεύθυνση ΒΔ προς ΝΑ και… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.